Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Πάτο. Άσπρο πάτο.


Ψάχνοντας στο τετράδιο της γιαγιάς βρήκα πολλά ενδιαφέροντα...

Στην παραπάνω φωτογραφία η συνταγή για τα μελομακάρονα με... αναλυτικές οδηγίες!!!

Γέμισέ μου το ποτήρι, βάλε μου να πιώ, της ψυχής το οργανάκι, να κουρδίσω με μεράκι σαλαλαλα


Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Κι όταν ερχόντουσαν γιορτές...


«Ξεφύλλιζα» το blog μου. Πήγα στον Δεκέμβριο και στο Νοέμβριο του προηγούμενου έτους. Τι έγραφα τότε… τι συνέβαινε… τι δεν γράφω τώρα… τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει….Έτσι ειν’ η ζωή σου λέει … Αν είχε χρώμα τι θα ήταν? Εγώ λέω σκατί. (Μην το πάρεις στραβά μ αρέσουν τα γήινα χρώματα, αυτό είναι όλο.)Εσύ τι χρώμα λες???
... σαν πεταλούδα θα καώ...σαλαλα


(δώρο άσχετο, εντός κετός και επί τα αυτά http://www.youtube.com/watch?v=3TqzjLJYfrQ
λεπτομέρ. άλλη μερ
http://www.youtube.com/watch?v=r2Aeja0AIWc&feature=related)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Πένθος?

Με ενοχλεί πολύ. Με πιέζει. Με στεναχωρεί.
Ποιος? Υποκείμενο η κοινωνία.
Η κοινωνία που ενώ σου λέει ότι η ζωή συνεχίζεται και κοίτα να το ξε πε ρά σεις, την ίδια στιγμή σε θέλει να πενθείς. Δεν πρέπει να βάλεις χρώμα στη ζωή σου, να συνεχίσεις να ζεις ψάχνοντας να κρατηθείς από κάπου. Όχι, πρέπει να είσαι μαυροντυμένος/ -ή. Πρέπει να κλαις. Όσο πιο πολύ κλαις τόσο χαίρεται και πλησιάζει και σου λέει, με ψύχραιμο και περισπούδαστο ύφος, να μην κλαις πρέπει να δείξεις δύναμη. Άλλωστε αυτά συμβαίνουν. Όλοι ξέρουμε πως κάποτε θα συμβούν. Όταν βέβαια αυτά συμβούν σε κείνη, τότε υπάρχει πρόβλημα.
Πας να σκάσεις ένα χαμόγελο δειλά και σε καταδικάζει που γελάς. Δεν πρέπει να γελάς. Πενθείς. Σε κρίνει ό,τι κι αν κάνεις, ό,τι κι αν δεν κάνεις κι ας ανήκει σε χώρο που ‘δεν κρίνει για να μην κριθεί’.
Μπορώ να μιλάω συνέχεια, δεν μπορεί να ακούει ούτε λεπτό.
Έτσι πάει κι αυτό.


Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Δεν είν (ευ) ζειν αυτό...

Εμένα με συμφέρει που νιώθουμε όλοι κάτι τις Κυριακές μετά το μεσημέρι...που μένεις στο τράπεζι και παίζεις με τ αλάτι. Μα κάποια γεύση έχει χαθεί κι ο άνθρωπος το ξέρει (???)... σαλαλα
Και "μικρός μονομάχος", και "άφησέ με δω" και τόσα άλλα, δεν μπορώ να τα πω καλύτερα...δες αυτό.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Και μποοοουμμμ

Περπατώ περπατώ εις το δάαασοςςς όταν …

Ήταν ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι, μιας καθημερινής, όταν αποφάσισε να πάει για καφέ σε ένα διπλανό χωρίο. Είχε σκεφτεί να συνδυάσει τον καφέ με μερικά ψώνια για τα αγαπημένα άτομα που θα γιόρταζαν τον υπόλοιπο μήνα.
Έτσι κι έγινε. Μετά τον καφέ βγήκαν μαζί στα μαγαζιά. Από το πρώτο αγόρασαν ρούχα που δεν είχαν ανάγκη. Και αυτό ήταν το διασκεδαστικό. Υπερκαταναλωτική μανία σ’ όλο της το μεγαλείο. Ο αέρας φυσούσε όλο και πιο δυνατά και ο ουρανός είναι γκρίζος. Ερχόταν μεγάλη μπόρα.
Πήγαιναν από μαγαζί σε μαγαζί και περπατούσαν με τις τσάντες στα χέρια μέσα στη βροχή. Ήταν τόσο όμορφα. Τόσο ξέγνοιαστα. Η βροχή που έπεφτε πάνω τους ήταν λες και είχε μια περίεργη δύναμη. Την ίδια ώρα, εκείνος χωρίς ομπρέλα περπατά στην βροχή στους έρημους αγαπημένους του δρόμους. Πάντα το έκανε αυτό, τον βοηθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη. Στην άλλη άκρη του χωριού, εκείνη μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού της, χάζευε απ το παράθυρο τη βροχή να πέφτει κρατώντας την αγαπημένη της κούπα με τον ζεστό αχνιστό καφέ της. Πάντα της άρεσε να βλέπει τις σταγόνες να κατρακυλούν στο τζάμι, να σκέφτεται πώς κάποτε τις χάζευαν μαζί και να χαμογελάει. Είχε καταφέρει πια να μην την νοιάζει που δεν μπορούσε να ξαναζήσει κάτι τέτοιο.


Μ Π Ο Υ Ρ Δ Ε Σ.


Ναι, η βροχή είναι μια χαρά όταν είσαι στο σπίτι σου. Όταν το σπίτι σου δεν έχει φόβο να πλημμυρήσει. Ή όταν είσαι έξω και έχεις καλή παρέα και έντονη διάθεση για χαβαλέ ή εκτόνωση ή χαζορομάντζο.

Γιατί με δυο ψιχάλες γίνεται χαμόςςς? Γιατί οι δρόμοι μετατρέπονται αμέσως σε ποτάμια? Γιατί τα αυτοκίνητα όταν είναι στενά δρομάκια-ποταμάκια, τρέχουν και αν δουν πεζό, ο οποίος δεν έχει πεζοδρόμιο να περπατήσει, γκαζώνουν με αποτέλεσμα να ξαναβαφτίζουν τον πεζό?

Τέρμα, το έχω αποφασίσει. Στην επόμενη βροχή (και μόλις αναρρώσω) θα βγω έξω με αυγά στις τσέπες (μόνο μην πέσω πάλι) και στον επόμενο μάγκα που θα γκαζώσει για το καλό και μετά τον συναντήσω να περιμένει στο φανάρι, θα του ανοίξω την πόρτα του συνοδηγού και θα του πετάξω το αυγό και δεν το διαπραγματεύομαι.

Και τώρα πάμε στο λόγο που ξεκίνησα το αυτό το ποστ… Να σου κλαφτώ. Περπατούσα αφηρημένη και δεν είδα το φανάρι, είδα μόνο τρομαγμένη ένα χόντα να κορνάρει…σαλαλα Καμία σχέση.

Περπατούσα στη βροχή, γλιστράω λίγο πάω να πέσω. Όλα καλά και συνεχίζω πιο συνετό περπάτημα. Δεν είχα το κανονικό μου κεντερο-βήμα. Κάνω τρία βήματα και μποοοοουμμμμμμμμμμμμμμ κάτω η Ιωάννααααα. Έπεσα μπροστά σ ένα γκαράζ, όπου ένα αυτοκίνητο βρισκόταν στην είσοδο δεν ξέρω όμως να βιαζόταν να βγει. Εγώ καθισμένη στο πεζοδρόμιο, αδύνατο να σηκωθώ. Μου είπαν ότι έκατσα στο πεζοδρόμιο σαν να καθόμουν σε τραμπολίνο… έκανα γκελ να το πω?!, κατάλαβες .Και σε αυτό το σημείο της αφήγησης με ρωτάνε «καλά αμορτισέρ είχες?» «Ελατήρια?»
Κοίταζα μπροστά κάτι κοριτσάκια που πήγαιναν στο φροντιστήριο και τους έλεγα «πο να ω. πο να ω» και με κοίταζαν πετρωμένα. Έπρεπε να τους ζητήσω εγκλητική αντικατάσταση κανενός ανώμαλου ρήματος να σου πω εγώ. Χο Πάλι καλά που ήρθε ένας καλός ηλικιωμένος κύριος από ένα μαγαζί και μαζί με την φίλη μου (που δεν ήταν εκεί όταν έπεφτα να την κρατήσω να πέσουμε μαζί, γιατί κοίταγε βιτρίνες και μετά ήταν γυρισμένη πλάτη γιατί γέλαγε με την πτώση μου και δεν ήθελε να την δω. Σοφή αυτή η κίνησή της.) και με σήκωσαν.
Ευτυχώς, φορούσα το νάρθηκα στο δεξί χέρι και δεν έπαθε τίποτα χειρότερο. Ευτυχώς, που πατρίςςς δικαιώνεταιι σαλαλα, όχι. «Ευτυχώς», που ενστικτωδώς έπεσα προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να τρανταχτεί όλη η αριστερή μου πλευρά (από ουρά-μέση- πλάτη- ώμο- χέρι… και κεφάλι) (το παίζω Πολυάννα). Ευτυχώς, που ενώ πόνεσα διπλά στο χέρι γιατί είναι κι αυτό προβληματικό, τελικά δεν χειροτέρεψε η κατάστασή του. Ευτυχώς που δεν έπαθα τα χειρότερα, που πάντα υπάρχουν πρέπει να σου πω.
Όχι, ήταν αστεία η σκηνή. Αν δεν πονούσα τόσο θα το χαβαλέδιαζα κι εγώ. Η βλακεία είναι ότι πονάω ακόμα και ότι δεν έχω έναν άνθρωπο που να κάνει καλό μασάζ. Τώρα ανακάλυψα ότι θέλει κ αυτό την τέχνη του, αλλιώς πάει σε καταστρέφει.
Α δεν σου πα.. μετά ο κύριος που με βοήθησε με πήγε στο μαγαζί του, με έβαλε να κάτσω, παρ’ όλο που ήταν χειρότερο να κάθομαι ή να περπατήσω ως το μαγαζί του, αλλά τι να του πεις. Ήταν κι άλλοι ηλικιωμένοι εκεί και το κουβέντιαζαν το θέμα. «Θες λίγο νερό?», «Τι να το κάνει το νερό? Δεν έχει τίποτα. Νέα κοπέλα είναι.», «Ναι ρε παιδί μου, απ το σοκ μπορεί να τις έρχεται να λιποθυμήσει», «Όχι, σας ευχαριστώ πολύ», «Αν ήταν γριά θα είχε πρόβλημα, τώρα έχει μαλακά κόκαλα γυρνάνε αυτά.» «Ναι, είναι μικρή μωρέ» (*ένα μικρό σαράβαλο είμαι αλλά δεν τους το είπα. Σσσσςςς)
Αυτά που λες, πάω να δέσω πάλι τα χέρια. Πωωωω τώρα μου ‘ρθαν στο νου οι εποχές που έγραφα ποστ με το ένα χέρι μπαταρισμένο…. Πονάω παντούυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυ (σαν αναπάντητες κλήσεις)

Μην ξανακούσω τραγουδάκια για την βρόχη…. (ή μην ακούσω κανένααα να μιλάειι ξανάα για βροχές σαλαλα -κατά το "Η χαρά" της Μπάμπαλη)


Δυναμώνει η βροχή, μια στιγμή να σε δω, έξω απ το τζάμι κοιτώ μα είναι γκρίζο. Δυναμώνουν κι οι φωνές, έχω κάτι να πω, μα δε γαμιέται τα αφήνω πίσωω σαλαλα
Μια βροχή μου ξεπλένει τα μάτια πέφτουν σταγόνες σα να ‘ναι γυαλιά σαλαλα
Τα μάτιαα σου έκλεισες και μ άφησες απ έξω, άλλη μια νύχτα θα την βγάλω στη βροχήηηη σαλαλαλα
Βγες στη βροχή και ξεκίνα, μια διαδρομή στην Αθήνα. Μες το ταξί όλα φίνα και. Βγες στη βροχή και ξεντύσου, ό,τι δε θες τώρα ευχήσου, η καταιγίδα ήτανε σικέ. σαλαλαλα
Σα μεθώ και πέφτω κάτωωω και λασπώνομαι, -θα έβαζα μπρος τα δυο μου χεριά και θα σηκωνόμουν σαλαλα
Γίνεε κομμάαατιαααααααααα σαλαλαλα