Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Παράξενη γυναίκα

Ο αδερφός ενός απ την παρέα άνοιξε στο κέντρο της Αθήνας μια μικρή καφετέρια. Έγινε στέκι. Χωρίς συνεννοήσεις, τηλέφωνα, μηνύματα, φαξ όποιος είχε ελεύθερο χρόνο πήγαινε στο μαγαζί και όλο και κάποιον έβρισκε.
Μια μέρα που ήμασταν όλοι μαζεμένοι συζητούσαμε για τον κόσμο που συχνάζει εκεί. «Πες τους για εκείνη την περίεργη». Ξεκίνησε το γκαρσόνι να μας λέει για την γυναίκα που εμφανίζεται συνήθως πρωινά, παραγγέλνει κάτι και όταν της τα πάει, τον πληρώνει αμέσως. Μετά από λίγα λεπτά, σταματάει να κοιτάει το κενό και ανάβει ένα τσιγάρο, μια γουλιά από αυτό που πήρε, ύστερα μια γουλιά νερό, μια τζούρα ακόμα και φεύγει. Μπορεί να πάει ξανά μετά από λίγες ώρες και θα κάνει πάλι τα ίδια.
Οι αντιδράσεις ήταν πολλές: «Σε γουστάρει ρε! Αχαχα», «Πρόσεχε μη σε βρούμε σε κανένα χαντάκι», «Πώς είναι εμφανισιακά? Μεγάλη?». Ήταν μεγάλη, καλοντυμένη, ευγενική, δεν υπάρχει περίπτωση να τον γουστάρει και δεν μοιάζει επικίνδυνη.. απλά αυτό που κάνει είναι ανατριχιαστικό. Αφού, η παράξενη γυναίκα ‘δεν είχε άλλο ενδιαφέρον’, αρχίσαμε να απαριθμούμε τους τρελούς της Αθήνας (ο έτσι που είναι έτσι και κάνει αυτό, δεν δαγκώνει, ο άλλος… η άλλη που…). (πού πήγαν που χαθήκανε, σε ποιες φωλιές κρυφτήκανε, αυτοί που περπατούσανε μονάχοι και μιλούσανε, του δρόμου οι φωνές… σαλαλα) Έπειτα, άρχισαν οι ιστορίες, από έγκυρες πα ντα πηγές, για άτομα που ενώ κάποιοι τα έβλεπαν και τους μιλούσαν, είχαν πεθάνει εδώ και χρόνια (λένε είναι οι ψυχές που μένουν, λένε είναι οι σκιές σαλαλα). Παραλίγο περάσουμε και τις πύλες του ανεξήγητου αλλά ευτυχώς, δεν μας έπαιρνε ο χρόνος.
Κάποια μέρα είδαμε την παράξενη γυναίκα στο μαγαζί. Καθόμασταν έξω, σε διπλανά τραπέζια. Εκείνη είχε πάρει μια μπύρα και έκανε τσιγάρο (ολόκληρο αυτή τη φορά) και κοίταζε ευθεία μπροστά της. Προσπαθούσαμε να είμαστε φυσιολογικοί, να μην την κοιτάμε, περιμέναμε πως ήταν ζήτημα λεπτών να φύγει. Αρχίσαμε να μιλάμε για τη σχολή, για τον χαβαλέ στα μαθήματα, για τις γκάφες με τους καθηγητές και για τις δηλώσεις μας σε κάθε εξάμηνο για το ποια μαθήματα θα παρακολουθούμε («αγγλικά και γαλλικά φέτος θα πάμε» Δεν πήγαμε ποτέ –μην το χεις απορία).
Όσο μιλούσαμε/ γελούσαμε , η γυναίκα μας παρακολουθούσε διακριτικά. Μας κοιτούσε με αγάπη. Είχε πολύ γλυκιά έκφραση. Έκανε νόημα και πήρε άλλη μία μπύρα. Χαμογελούσε στα «σωστά σημεία» της κουβέντας, δεν φαινόταν να τα χει χαμένα. Ήθελα τόσο πολύ να της μιλήσω. Μου θύμιζε πολύ μια συγγραφέα. Μόλις το καλοκαίρι που πέρασε είχα διαβάσει ένα βιβλίο της.
Ήταν η πρώτη φορά που έκατσε τόσο πολύ και έπινε κανονικά ό,τι είχε παραγγείλει! Ήταν μόνη. Ήθελε απλά να συναναστραφεί με κόσμο. Να μας ακούει. Της έφτανε… Ήταν ήρεμη. Ήθελα τόσο πολύ να της μιλήσω… και τι να της πω? Σε λένε έτσι? Μπα… δεν της είπα τίποτα, δεν την ξαναείδαμε. Έχουν περάσει χρόνια και ακόμα αναρωτιέμαι αν ήταν αυτή. Είμαι σίγουρη ότι ήταν αυτή. Έπρεπε να της είχα μιλήσει. Έχασα.

Κλικ Τι μεράκια έχεις και σε βασανίζουν... σαλαλα

4 σχόλια:

evlahos είπε...

ίσως ο κόσμος να έχει ανάγκη από πιο απλά πράγματα απ' ότι φανταζόμαστε. ίσως κάποιοι απλώς επιζητούν ένα βλέμα μας για να νιώσουν ότι υπάρχουν

zVyk είπε...

Ακούω το παράξενη ομορφιά...

τσέλιγκας είπε...

Φαντάζεσαι να λένε και για μας τίποτα τέτοιο σε άλλα μαγαζιά; :-)

JoaN είπε...

evlahos, έτσι είναι! (γουέλ καμ!)

zvyk, σαλαλααα

τσέλιγκα, μα λένε! ! !